Ενθρονιστήριoς λόγος της νέας Ηγουμένης της Ιεράς Μονής Οσίας Ειρήνης Χρυσοβαλάντου Λυκοβρύσεως Γερόντισσας Παϊσίας

.

Κυριακή04Ιούλιος2021

Ενθρονιστήριoς λόγος της νέας Ηγουμένης της Ιεράς Μονής Οσίας Ειρήνης Χρυσοβαλάντου Λυκοβρύσεως Γερόντισσας Παϊσίας

Σεβασμιώτατε Πάτερ καί Δέσποτα, Ἀττικῆς καί Βοιωτίας κ.κ. Χρυσόστομε 

Σεβασμιώτατε Μητροπολῖτα, Πειραιῶς καί Σαλαμῖνος κ.κ. Γερόντιε 

Σεπτόν Ἱερατεῖον

Ὁσιώτατες Γερόντισσες καί λοιπές Μοναχές

Ἀξιότιμε κ. Δήμαρχε 

Ἀξιότιμη κ. Διοικητά Ἀστυνομικοῦ Τμήματος Πεύκης – Λυκόβρυσης 

Ἀγαπητοί καί Ἀγαπητές προσκυνητές καί προσκυνήτριες τῆς Μεγαλωνύμου Ἁγίας 

Τήν ὥραν ταύτην κατά τήν ὁποίαν ἔγινε ἡ τελετή τῆς ἐνθρονίσεως μου, καί ἡ διαβεβαίωσις ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καί τῶν ἀνθρώπων ὡς Καθηγουμένης τῆς Ἱ. Μονῆς Ὁσίας Εἰρήνης Χρυσοβαλάντου Λυκοβρύσεως Ἀττικῆς, ὀφείλω νά ἐκζητήσω ἐπικαλουμένη τήν πρεσβείαν τῆς Ὑπεραγίας Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου, τήν κραταιάν προστασίαν τῶν Παμμεγίστων Ταξιαρχῶν, τήν στήριξιν τῆς προστάτιδος καί ἐφόρου τῆς Μονῆς μας Ἁγίας Εἰρήνης Χρυσοβαλάντου, προσέτι δέ καί τήν ἄμαχον βοήθειαν τοῦ ἐν Ὁσίοις θαυμαστοῦ Ἁγίου Παϊσίου τοῦ Μεγάλου, τοῦ ὁποίου τό ὄνομα ὅλως ἀναξίως φέρω, διά τήν ἐπιτέλεσιν τῆς νέας πολυευθύνου διακονίας μου.

Ἐκφράζω δέ τάς εὐχαριστίας μου τόσον πρός Ὑμᾶς, Σεβασμιώτατε, ὁ ὁποῖος μέ τόν ἐπιστηριγμόν τῆς ἀγάπης σας, τίς συμβουλές σας καί τίς θεοπειθεῖς σας εὐχές τόσον εἰς ἐμέ, ὅσον καί πρός τήν Ἀδελφότητα τῆς Μονῆς, σᾶς αἰσθάνομαι ὡς τόν Κυρηναῖο Σίμωνα πού προσφέρεσθε νά μέ βοηθήσετε στήν ἄρση τοῦ σταυροῦ μου, στήν σταυρική διακονία μου, στηρίζοντάς με γιά νά εὕρῃ τήν συνέχισιν τῆς πορείας της ἡ Μονή μας καί νά ἐξακολουθήσει τήν πνευματικήν ἀκτινοβολίαν της ἀνά τόν κόσμον. 

Σεβασμιώτατε Πάτερ καί Δέσποτα εἰς τό νέον στάδιον τῆς Ἡγουμενικῆς διακονίας μου πορεύομαι ἔχουσα βαθυτάτην τήν συναίσθησιν τῆς εὐθύνης διά τήν περίβλεπτον αὐτήν ἱεράν Μονήν καί ἐπιζητῶ καί πάλι τάς θεοπειθεῖς Ὑμῶν εὐχάς εἰς ἐπίρρωσιν τῶν ἀσθενῶν μου δυνάμεων. 

Ἐπιτρέψατέ μου ὅμως νά ἀναφερθῶ καί δι’ ὀλίγων σέ ὅσα ἐπακολούθησαν μέ τήν εἴσοδόν μου εἰς τήν Μονήν τῆς Μεγαλωνύμου Ἁγίας,  πρίν ἑξῆντα ὁλόκληρα χρόνια, εἶναι ἕνα θαῦμα προσωπικό δι’ ἐμένα πού θά παραμείνῃ ἀνεξίτηλο στή μνήμη μου γιατί τό βίωσα καί τό βιώνω διαχρονικῶς στή μοναχική πορεία τῆς ζωῆς μου.

Ἡ Θαυματουργός Εἰκόνα τῆς Ἁγίας ἔχει δύο (2) φορές μόνον ἐξέλθη τῆς Μονῆς της, τήν μίαν ὅταν τό ἔτος 1963 ἦλθε ἡ βασιλική ἅμαξα εἰς τήν Μονήν καί μετέφεραν τήν Θαυματουργό Εἰκόνα στόν τότε ἀσθενοῦντα Βασιλέα Παῦλον καί μίαν ἄλλην φοράν, ὅταν ἡ Γερόντισσα Μελε-τία κατά τό ἔτος 1960 πῆγε νά ἐπισκεφθῆ ἀσθενοῦντα ἕνα πολύ οἰκεῖον πρόσωπον τῆς Μονῆς καί ἔχουσα τήν Θαυματουργό Εἰκόνα σέ ἰδιωτικό αὐτοκίνητο πέρασε καί ἀπό τό πατρικό μας τότε σπίτι καί θερμά τήν παρακαλέσαμε νά φέρῃ τήν Εἰκόνα μέσα στό σπίτι μας γιά νά τό εὐλογήσει ἡ χάρη της. 

Ἐτοποθέτησαν τότε τήν Θαυματουργό Εἰκόνα ἐπάνω ἐκεῖ πού εἶχα τά βιβλία μου τοῦ Γυμνασίου. Μή φαντασθῆτε ὅμως ὅτι ἦταν καμιά βιβλιοθήκη ἀπό αὐτές πού ὑπάρχουν σήμερα. Ἕνα ἁπλό κιβώτιο μοῦ εἶχε φτιάξει μέ τρία (3) ραφάκια ὁ μακαριστός πατέρας μου γιά νά τοποθετῶ τά βιβλία μου.

Καί τί νά πῶ! μετά ἀπό πάροδον ἡμερῶν βλέπω σέ ὄνειρο ἐκεῖνο πού τό εἶχα ζήσει πραγματικά ὅτι ἡ Θαυματουργός Εἰκόνα ἦταν εἰς τό κέντρον τοῦ σπιτιοῦ μας, ὅπως τότε τήν εἶχε τοποθετήσει ἡ Γερόντισσα Μελετία καί ἕνα καντῆλι κρεμασμένο ἀπό τόν Οὐρανό διαπερνοῦσε τήν στέγη τοῦ σπιτιοῦ καί ἔχυνε τίς γαλάζιες του ἀνταύγειες ἐπί τῆς Θαυματουργοῦ Εἰκόνος. Στά δεξιά τῆς Εἰκόνος εὑρίσκετο μιά ὑψηλή μαυροντυμένη πανέμορφη κοπέλλα, ἡ ὁποία καί μοῦ ἔδειχνε τήν Εἰκόνα καί κάτι μοῦ ἔλεγε. Ἐγώ ὅμως ὅτανξύπνησα δέν θυμόμουν τί ἦταν αὐτά πού μοῦ εἶχε εἰπῆ. 

Ἰούνιο μήνα τοῦ 1961 εὐτύχησα μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ καί τῆς Ἁγίας καί εἰσῆλθα εἰς τήν Μονήν ἐνδυομένη τό πενιχρό τῆς Μοναχῆς τριβώνιον. 

Λόγῳ δέ τοῦ ὅτι δέν εἶχα τελειώσει τήν τελευταίαν τάξη τοῦ ὀκτατάξιου τότε Γυμνασίου μέ προτροπή τοῦ μακαριστοῦ Γέροντος Γαβριήλ καί παρά τήν θέλησή μου, βγαίνω καί τελειώνω τήν ὀγδόη τάξη τοῦ Γυμνασίου ὡς ἀρχάρια Μοναχή. 

Ὅταν ἔπρεπε νά κάνω ὑπακοή καί ἐγώ ἀντέδρασα μέ τήν σκέψη πώς ἀφοῦ ἀπεφοίτησα ἀπό τό Γυμνάσιο μετά ἀπό 3 μῆνες καί πάλι, ἔπρεπε νά ἐπιστρέψω εἰς τήν τύρβη τοῦ κόσμου ὡς φοιτήτρια καί μάλιστα μέ τό ἔνδυμα τῆς Μοναχῆς, ἰδού πώς μοῦ ἀπεκαλύφθη τό θέλημα τῆς Ἁγίας.

Βλέπω καθ’ ὕπνους πάλι ὅτι ἔρχεται ἡ Γερόντισσα Μελετία στό κελλί μου (προφανῶς ἦταν ἡ Ἁγία στό πρόσωπο τῆς πνευματικῆς μου Μητέρας) καί σηκώνει τήν ράβδον της, μέ σταυρώνει δεξιά καί ἀριστερά στούς κροτάφους χαράζοντας τό σημεῖον τοῦ σταυροῦ καί ἀκούω νά μοῦ λέει: «Κάνε ὑπομονή, Ἀννούλα μου, (Ἄννα ἦταν τό βαπτιστικό μου ὄνομα) κάνε ὑπομονή, παιδί μου, καί τό Πανεπιστήμιο πρέπει νά τό βγάλεις».

Ξύπνησα τότε καί ἔφερα τά χέρια μου στούς κροτάφους πού τό σημεῖον τοῦ σταυροῦ εἶχε χαραχθῆ ὡς αὔλακας στό δέρμα μου ἐνῶ συγχρόνως ἔβλεπα μέ γυμνούς τούς ὀφθαλμούς τήν Γερόντισσά μου ἐκ τῶν ὄπισθεν νά ἀναχωρεῖ. 

Ὅταν συνῆλθα ὀλίγον καί πῆγα νά βάλω μετάνοια στή Γερόντισσα καί τῆς ἀφηγήθηκα τί είδα, ἐκείνη δακρυσμένη μοῦ εἶπε: «Παιδί μου δέν ἤμουν ἐγώ, ξέρεις ὅτι δέν ἀνεβαίνω στόν ὄροφο πού εὑρίσκεσθε λόγῳ τοῦ ὅτι ὑποφέρω ἀπό τήν καρδιά μου. Δέξου παιδί μου, τό θέλημα τῆς Ἁγίας καί ἡ εὐχή μου θά σέ διαφυλάξει». 

Δίδω λοιπόν εἰσαγωγικές ἐξετάσεις, γιά τίς τρεῖς Σχολές, τοῦ Καποδιστριακοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν, Θεολογία, Φιλοσοφία καί Νομική.

Καί ἔτσι μέ τήν βοήθεια τῆς Ἁγίας μου καί τήν εὐχή τῆς Γερόντισσάς μου καί τοῦ ἀνακαινιστοῦ τῆς Μονῆς μακαριστοῦ Ἀρχιερέως Γαβριήλ, ἐτελείωσα τήν Φιλοσοφική Σχολή καί χαίρομαι ψυχικῶς ὅτι μπορῶ νά προσφέρω στούς πιστούς τῆς χάριτος τῆς Ἁγίας, ὡς τήν δρόσον τοῦ Ἀερμών, ὡς Νειλῶα ρεῖθρα, τά θαύματα πού ἐπιτελεῖ ἡ χαριτώνυμος Ἁγία καί ἔγινε περιάκουστη Θεοῦ τῇ εὐδοκία διά μέσου τῆς ἐκδόσεως τοῦ Περιοδικοῦ τῆς Μονῆς τό ὁποῖον ἐκδίδεται ἐπί ἑξῆντα δύο τώρα χρόνια.

Καί δέν θά παραλείψω νά ἀναφέρω ὅτι διαβάζοντας τήν συλλογή «Ἅπαντα Ποιήματα» ἑνός πολύ θρησκευομένου ποιητοῦ τοῦ Γεωργίου Βερίτη, συνήντησα σέ ἕνα ποίημά του νά ἀπευθύνεται ὁ ποιητής στόν Κύριόν μας καί Θεόν καί νά γράφει στούς τελευταίους στίχους:

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

«μά ἐκεῖ πού ἀκούμπησα δειλά

στή θεία πληγή τά χείλη

ἀλάλητα σέ ἱκέτευσα

ὅσο στόν κόσμο ζήσω

μπρός στόν Σταυρό σου νά καῇ

ἡ ζωή μου σάν καντῆλι».

τότε ξύπνησαν θαρρεῖς μέσα μου τά λόγια πού πίστευσα ὅτι θά μοῦ ἔλεγε καί σέ μένα ἡ Ἁγία δείχνοντάς μου τό κρεμασμένο καντῆλι μπροστά στήν Θαυματουργό της Εἰκόνα πού εἶχα ὀνειρευθῆ, τό νά ἀφιερώσω δηλονότι τήν ζωή μου κι΄ ἐγώ νά καῆ σάν καντῆλι μπροστά στήν χάρη της.

Σήμερον ἀναλαμβάνουσα τήν ἡγεσίαν τῆς Μονῆς στρέφομαι στήν ἀπειροθαυματουργοῦσα χάρη τῆς Ἁγίας καί θερμά τήν παρακαλῶ καί ζητῶ, Σεβασμιώτατε, καί τήν ὑμετέραν εὐχήν καί ὅλων τῶν παρισταμένων ὅπως δεηθῆτε νά εὑρίσκεται στό πλάϊ μου ἡ Ἁγία, νά μέ περιφρουρῆ, νά μέ στηρίζῃ καί νά μέ ἐνδυναμώνῃ εἰς τό βαρύ, ἐπίπονον καί ὑπεύθυνον ἔργον τῆς διαποιμάνσεως τῆς Ἀδελφότητος τῆς Ἱ. Μονῆς.

Ἐπιζητῶ προσέτι καί τίς εὐχές τῶν προαπελθουσῶν τριῶν Γεροντισσῶν τῆς Μονῆς. Εἶναι ἀδύνατον νά μήν ἐνθυμηθῶ τῆς πολυκλαύστου Γερόντισσάς μου Μελετίας, Ἱδρυτρίας καί Κτητορίσης τῆς Μονῆς, ἡ ἀκτινοβολία τοῦ προσώπου τῆς ὁποίας καταυγάζει καί συγκινεῖ τήν ὕπαρξή μου παρά τήν παρέλευσιν τεσσάρων καί πλέον δεκαετιῶν ἐκ τῆς πρός Κύριον ἐκδημίας της. Πάντοτε δέ θά ἐνθυμοῦμαι πού μᾶς ἔλεγε: «Ἡ ἀλυσίδα αυτή πού φέ-ρω στό λαιμό μου κρεμασμένη μέ τό σταυρό, παιδιά μου, σημαίνει ὅτι ὁ κάθε κρίκος της, εἶσθε ἐσεῖς οἱ ψυχές πού ἀνέλαβα τήν σωτηρία σας».

Εὐλαβῶς, πλήρης αἰσθημάτων σεβασμοῦ, ἐνθυμοῦμαι καί τήν μακαριστή Γερόντισσά μου Παισία, τήν ποδηγέτιδά μου εἰς τήν κατά Χριστόν ζωή!

Ἐξαιρέτως δέ  κατά τήν ἱεράν ταύτην ὥραν καί τόν μακαριστόν πολυσέβαστον Γέροντα Γαβριήλ ὁ ὁποίος ἔλεγε  συνεχῶς τό: «Πᾶσαν τήν ζωήν ἡμῶν Χριστῷ τῷ Θεῷ παραθώμεθα» καί τό τοῦ Δαυΐδ: «Τό ἔλεός σου, Κύριε, κατάδιώξοι με  πάσας τάς ἡμέρας τῆς ζωῆς μου».

Ὁ μακαριστός Γέροντας εἶναι ὁ ἀνακαινιστής τῆς Μονῆς ταύτης, τήν ὁποίαν ἔφερεν εἰς οἷον περίβλεπτον ὕψος, ὅπως βλέπετε, νά εὑρίσκεται σήμερα.        

Τῶν ἀοιδίμων λοιπόν αὐτῶν κτητόρων τίς εὐχές ἐπιζη-τῶ νά μέ βοηθήσουν καί νά καταστήσουν ὁμαλωτέραν τήν ἀνηφορικήν πορείαν μου, γιατί  ὁ Ἡγουμενικός Θρόνος στόν ὁποῖον ἀνῆλθα σήμερα δέν εἶναι θρόνος δόξης καί ἀνέσεως. Πιστώνομαι ψυχάς ὑπό τήν ἡγεσίαν μου καί ὀφείλω νά τίς καθοδηγήσω πρός σωτηρίαν καί δι’ αὐτό πρέπει νά εὑρίσκομαι σέ διαρκῆ ἐπαγρύπνηση, χωρίς νά παύσῃ νά μέ διακρίνη τό ἄοκνον ἐνδιαφέρον διά τήν γεραράν καί ἱστορικήν αὐτήν Μονήν τῆς Ἁγίας μας. 

Μετά συγκινήσεως βαθείας τήν ὥραν ταύτην ἐνθυμοῦμαι καί ζητῶ τίς εὐχές τῶν πρό ἐτῶν κεκοιμημένων γονέων μου, οἱ ὁποῖοι μέ ἀνέθρεψαν «ἐν παιδείᾳ καί νουθεσίᾳ Κυρίου» καί μέ ἐγαλούχησαν εἰς τά ζείδωρα νάματα τῆς Χριστιανικῆς Πίστεως. Καί τώρα εὑρισκόμενοι στήν Ἄνω Ἱερουσαλήμ πιστεύω ὅτι θά μέ συνοδεύουν μέ τίς εὐχές των στή σταυρική διακονία μου.

Ἐν κατακλεῖδι ὅλως ἰδιαιτέρως εὐχαριστῶ θερμά τίς συμμονάστριές μου ἀδελφές μέ τίς ὁποῖες διήνυσα τόν μοναχικό δίαυλο ἑξῆντα ὁλόκληρα χρόνια μαζί τους καί ἀπό σήμερα, ἀλλά καί πρίν ἀπό ἕνα ἤδη χρόνο, ὅταν ἡ μακαριστή Γερόντισσά μας Ἀρσενία δέν ἠμποροῦσε νά ἐξασκήση τά καθήκοντά της, ἀνέλαβα τήν πνευματική καθοδήγησή τους. Τούς εὐχαριστῶ γιά τήν σύμπνοιά τους, τήν ἀποδοχή τους καί τήν ἐκ μέρους τους στήριξη, πρός ἐμέ, μέ τήν ὁποίαν εὔχομαι νά συνεχίσουν γιά νά ὑπάρχη μεταξύ τῆς Ἀδελφότητος ἀγάπη, σύμπνοια καί ἀλληλοκατανόηση. 

Εὐχαριστίας ὡσαύτως ἐκφράζω ἐκ μέσης καρδίας καί πρός τό παριστάμενον σεπτόν Ἱερατεῖον, προσέτι δέ καί πρός τάς ὁσιωτάτας Γερόντισσας καί τάς λοιπάς Μοναχάς, οἱ ὁποίες μέ τιμοῦν σήμερα μέ τήν παρουσίαν των καί πρός ὅλους τούς παρισταμένους προσκυνητάς τῆς προστάτιδός μου καί πολυφιλήτου Ἁγίας. 

Ἁγία μου Εἰρήνη Χρυσοβαλάντου στρέφω τώρα τά ὄμματα τοῦ σώματος καί τῆς ψυχῆς σέ Σέ καί ὅ,τι τά χεί-λη μου δέν μποροῦν νά προφέρουν αὐτήν τήν ὥρα, Ἐσύ, καί μόνον Ἐσύ, Χρυσήλατε Ἁγία μου, γνωρίζεις, ἀντικατάπεμψε τήν χάρη σου ἐπ’ ἐμέ δι’ εὐχῶν τοῦ Ποιμενάρχου καί Πατρός ἡμῶν Χρυσοστόμου, καί ἐνίσχυσόν με εἰς τήν συνέχισιν τῆς Μονῆς σου ὡς Πανελληνίου καί Παγκοσμίου προσκυνήματος. Ἀμήν.