«Ἅγιος Νεκτάριος Κεφαλᾶς, ὁ συνεχιστὴς τῆς πατρῴας ἡμῶν Παραδόσεως» (1846-1920)

.

Πέμπτη21Νοέμβριος2019

«Ἅγιος Νεκτάριος Κεφαλᾶς, ὁ συνεχιστὴς τῆς πατρῴας ἡμῶν Παραδόσεως» (1846-1920)

Τοῦ Σεβασμιωτάτου Ποιμενάρχου μας Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας κ. Χρυσοστόμου

Σύντομο ἀφιέρωμα ἐπὶ τῇ ἑκατονετηρίδι ἀπὸ τῆς ὁσιακῆς κοιμήσεως τοῦ Ἁγίου 1920-2020

 «…καθ’ ἑκάστην μακαρίζω τοὺς ἀφιερωθέντας τῷ Θεῷ καὶ ἐν αὐτῷ ζῶντας καὶ κινουμένους καὶ ὄντας. Τί ἀληθῶς τῆς πολιτείας ταύτης τιμιώτερον ἢ τί λαμπρότερον; Αὕτη καλλιτεχνεῖ τὴν εἰκόνα καὶ προσδίδει αὐτῇ τὸ ἀρχέτυπον κάλλος, αὕτη εἰς μακαριότητα ἄγει, αὕτη μυστήρια ἀποκαλύπτει, αὕτη διδάσκει, αὕτη ἔναυλον τῇ καρδίᾳ τὸν θεῖον λόγον ποιεῖ, αὕτη ἀσφαλῶς πρὸς τὸ ποθεινότατον τέλος ἄγει, αὕτη οὐρανοβάμονα τὸν ἄνθρωπο καθιστᾶ, αὕτη μελωδίαν ἄπαυστον τὴν ἀναπνοὴ ἀπεργάζεται, αὕτη ἁρμονίαν τὸν βίον ἅπαντα ἀναδεικνύει, αὕτη τοῖς ἀγγέλοις συνάπτει, αὕτη θεοείκελον τὸν ἄνθρωπον ἐμφαίνει, αὕτη τὸ θεῖον προσοικειοῦται..».

Αὐτὸ μὲ ἀπόλυτη εἰλικρίνεια ὁμολογοῦσε γιὰ τοὺς Μοναχοὺς καὶ Ἀσκητές ὁ μιμητὴς τῶν Ἁγίων προτύπων, ὁ σημειοφόρος αὐτὸς ἄνδρας τῆς ἐποχῆς μας, Ἅγιος Νεκτάριος Κεφαλᾶς (Ματθαιάκης, 1985 1). Σὲ αὐτὴ ἀκριβῶς τὴν πεποίθηση βάσιζε τὴ θεωρία του, ποὺ καθιστοῦσε τὸν ἀφιερωμένο στὸν Θεὸ Ἀσκητὴ, ἀνώτερο ἀπὸ κάθε ἀξιωματοῦχο. Πρόκειται γιὰ θέση ἀνατρεπτικὴ γιὰ τὴν ἐποχὴ τοῦ Ἁγίου ποὺἀποκαλύπτει -μεταξὺ ἄλλων- τὴν ἰδιαιτέρως στοχευμένη καὶ εὐεργετικὴ παρουσία καὶ δραστηριοποίησή του κατὰ τοὺς χαλεποὺς καιρούς μας ὑπὲρ τῆς δύσμοιρης καὶ πρὸ πολλοῦ «δυτικοκρατούμενης» Ἑλλάδας. Ὁ Ἅγιος Νεκτάριος δὲν χαρακτηρίστηκε Ἅγιος τοῦ αἰώνα, ἐπειδὴ ἁπλὰ ἔζησε καὶ ἁγίασε στὰ χρόνια μας, ἀλλὰ γιατί ὑπῆρξε ἐπίκαιρα διορατικός· προέβλεψε τὶς μεγάλες σύγχρονες ἀπειλὲς καὶ τοὺς ὕπουλους κινδύνους γιὰ τὴν Ὀρθοδοξία στὸν τόπο μας καὶ τὸν εὐρύτερο Ἑλληνισμὸ, καὶ ἐργάστηκε ἀφοσιωμένα καὶ ὁλοκληρωτικὰ γιὰ τὴν καταστολή τους. Αὐτὰ ἀκριβῶς τὰ στοιχεῖα, ἡ ἐπίγνωση τῆς κρισιμότητος τῆς περιόδου ποὺ διανύουμε καὶ τῶν κινδύνων ποὺ ἐλλοχεύουν καὶ ἡ Θεόπνευστη προληπτική του δράση καὶ ἀντίδραση με στόχο τὴ διατήρηση ἀναλλοίωτης καὶ ἀνόθευτης τῆς συνέχειας τῆς Ὀρθοδόξου Πατερικῆς Παραδόσεως, εἶναι ποὺ καθιστοῦν τὸν Ἅγιο Νεκτάριο, Ἅγιο τῶν καιρῶν μας, καὶ σὲ αὐτὸ ἀκριβῶς τὸ γνώρισμά του θὰ ἀναφερθοῦμε στὸ σύντομο ἀφιέρωμα.

Ἡ Ἁγιότητα τοῦ Θεοφόρου Πατρὸς δὲν ἀποδείχθηκε μέσω ἑνὸς ἢ περισσοτέρων σημείων ποὺ μαρτυροῦν τὴν ἐκ Θεοῦ ἐκλογή, ἀλλὰ μέσω τοῦ συνόλου τῶν θείων ἐκείνων γνωρισμάτων ποὺ καθιστοῦν ἕναν ἄνθρωπο ἁγιασμένο, ὅπως αὐτὰ παρουσιάζονται σὲ μελέτη τοῦ καθ. Α. Ἀλιβιζάτου (Μεταλληνός, 2001). Ἡ καθαρότης τοῦ νεοφανοῦς Ἁγίου προκύπτει τόσο ἀπὸ τὶς -σὺν Θεῷ- μεμαρτυρημένες θαυματουργικές του παρεμβάσεις καὶ «τὴν τῶν -ἐν γένει- σημείων ἐπίδειξιν», τὶς θαυματουργικὲς ἰάσεις, τὴ μεσιτεία του ὄντας ἐν ζωῇ ἀλλὰ καὶ μετὰ τὴν κοίμησή του, ὅσο κι ἀπὸ τὴν ἱκανότητα τῆς προγνώσεως, τὶς ἐξέχουσες παρεχόμενες ὑπηρεσίες πρὸς τὴν Ἐκκλησία-τὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, τὸ «μαρτύριο» ὑπὲρ τῆς Χριστιανικῆς πίστεως -τὴν ἀγόγγυστη καὶ ἀδιαμαρτύρητη δηλ. ὑπομονή του στὴ συκοφαντία- τὸν ἁγιασμένο κατὰ πάντα βίο του καὶ βέβαια τὸ εὐωδιάζον τῶν ἁγίων Λειψάνων του. 

Ὅσο ὁλοκληρωμένα φανερώθηκε ἡ Ἁγιότης του, τόσο πλήρης καὶ πολυδιάστατη ἦταν ἡ κατὰ πάντα καθαρὴ βιοτὴ καὶ πολιτεία του. Ὁ Ἅγιος Πενταπόλεως δὲν ἦταν μιὰ φυσιογνωμία γνωστὴ γιὰ κάποιο μόνο ἐξέχον γνώρισμα. Ἦταν μιὰ ἐξ ὁλοκλήρου χαρισματικὴ μορφή, ὁμοιάζουσα τῶν προτύπων τῶν μεγάλων Ἀββάδων καὶ νηπτικῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας μας. Ἔζησε «ἀλάνθαστα» καθ’ ὅλη τη διάρκεια τῆς ἐπιγείου παρουσίας του, μὲ τὴ Θεία Χάρη νὰ τὸν συνοδεύει ἀπὸ τὰ παιδικὰ καὶ νεανικά του χρόνια. Ὑπερβαίνων τὰ ἀνθρώπινα τῆς πεπτωκυίας δεδομένα, διατήρησε τὴν -μὲ τὸ Ἅγιο Βάπτισμα- δωρεὰ τοῦ Θεοῦ, τὸ κατ’ εἰκόνα Του «προνόμιο» ἀναλλοίωτο. 

Ὁ Ἅγιος γεννήθηκε στὴ Σηλυβρία τῆς Ἀνατολικῆς Θράκης, ἕναν τόπο ὅπου κράταγε στιβαρὸ ἀκόμη τὸ Ἑλληνορθόδοξο φρόνημα. Ὁ κατὰ κόσμον Ἀναστάσιος Κεφαλᾶς ἦταν ἕνα ἀπὸ τὰ ἕξι παιδιὰ τοῦ Ἠπειρώτη Δημοσθένη Κεφαλᾶ καὶ τῆς Θρακιώτισσας Μπαλοῦ Τριανταφυλλίδου. Ἡ φτωχικὴ σὲ ὑλικὲς παροχὲς μὰ πλούσια σὲ πνεῦμα ἀνατροφή του, τὸ ὑγιὲς οἰκογενειακὸ περιβάλλον, ἡ συγγένεια καὶ ἡ παραμυθητικὴ σχέση μὲ ὑψηλὲς πνευματικὰ φυσιογνωμίες τῆς ἐποχῆς, ὅπως αὐτὴ μὲ τὸν Ἀναστάσιο Κεφαλᾶ καὶ τὸν Ἀλέξανδρο Τριανταφυλλίδη, ἡ ἀγάπη, ἡ συμπόνια, ἡ αὐτοθυσία, ἡ ἐργατικότητα καὶ ἡ ὑπομονή, ἡ πίστη στὸν Θεό, ἡ ὀρθοπραξία καὶ ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ ἀληθοῦς Δόγματος, καθὼς καὶ ἡ ἀγάπη γιὰ τὰ Θεῖα Γράμματα κατὰ τὰ πρῶτα χρόνια τοῦ Ἁγίου (ἀρχικὰ στὴ Θράκη κι ὕστερα στὴν Κωνσταντινούπολη, ὅπου ἐργάστηκε γιὰ νὰ ἐνισχύσει οἰκονομικὰ τὴν οἰκογένειά του) θεμελίωσαν τὸ δρόμο πρὸς τὴν κατάκτηση τοῦ «ποθούμενου» (Δημητρακόπουλος, 2005). 

Μὰ κι ἀργότερα, ἡ συνειδητὴ ἐπιλογὴ τοῦ ἐνήλικα πλέον ἀνδρός, ἡ Θεία ἕλξη, ὁ ἀνυπέρβλητος ἔρωτας γιὰ τὸν Μοναστικὸ βίο, ἡ παραμονή του στὴν Ἱερὰ Νέα Μονὴ τῆς Ἁγιοτόκου Χίου, ἡ κουρά, ἡ διὰ βίου ὁδηγήτρια σχέση μὲ τὸν Γέροντά του Ὅσιο Παχώμιο ποὺ μόναζε τότε στὴν Ι.Μ. τῶν Ἁγίων Πατέρων, τὸν ὁδήγησαν στὴν ἴδια Θεία κατεύθυνση. Ἡ χειροτονία, ἡ ἀσκητικὴ ζωή, ἡ ἐπιμέλεια, ἡ συνέπεια, ἡ μόρφωση καὶ ἡ ἀπόκτηση σειρᾶς Ἐκκλησιαστικῶν ἀξιωμάτων στὴν Ἀλεξάνδρεια, ὅπου ἀναδείχθηκε Ἐπίσκοπος Πενταπόλεως, ἀλλὰ καὶ τιμῶν καὶ διακρίσεων ἀπὸ τὸν Ἑλληνισμὸ τῆς Μέσης Ἀνατολῆς καὶ τὴν Ἑλλαδικὴ Πολιτεία ἀργότερα, ἡ καταξίωση στὴ συνείδηση τῶν πιστῶν (Ματθαιάκης, 1955), ἡ ἀγάπη γιὰ τὸν συνάνθρωπο καὶ δὴ γιὰ τοὺς νέους, τὸ Θεῖο διδασκαλικὸ καὶ παιδαγωγικό του ἔργο καὶ ἡ σπουδαία συγγραφικὴ κληρονομιὰ ποὺ ἄφησε πίσω του, μαρτυροῦν τὴν «ἐπιθυμία καὶ τὸ ὄνειρό του νὰ γίνει ἐργάτης τοῦ Θείου Του λόγου» (Μικραγιαννανίτης Γεράσ., 1976). Ὑποταχθεὶς ὡστόσο στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ δὲν ἔγινε ἁπλὰ ἐργάτης, μὰ μεταλαμπαδευτὴς τῆς Πατερικῆς Θεολογίας καὶ συνεπῶς ἕνας γνήσιος συνεχιστὴς τῆς Ὀρθοδόξου Παραδόσεως.

Ἐφοδιασμένος μὲ τὴ Θεία Χάρη ὁ φλογερὸς Ἱεράρχης, παρὰ τὴν ἀγάπη καὶ τὸν πόθο του γιὰ τὸ Ἀγγελικὸ Σχῆμα καὶ τὴν Ἄσκηση, ἦταν πάντα δοσμένος ψυχικὰ καὶ σωματικὰ καὶ πρὸς τὸ ἔργο τῆς διδασκαλίας τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ, τῶν Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν. Ὁ Ἅγιος ἔζησε στὰ χρόνια μας, ὄχι τυχαῖα θὰ ἔλεγε κανείς, μὰ γιὰ νὰ μεριμνήσει -σὺν Θεῷ- γιὰ τὴν Ὀρθοδοξία, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὸ Ἔθνος μας, ὡσὰν σύγχρονος Πατροκοσμᾶς καὶ νὰ ἐργαστεῖ μὲ σκοπὸ τὴ διατήρηση, ἀλλὰ καὶ τὴν ἐπιστροφὴ στὰ ἀληθῆ κληροδοτήματα τῶν Μεγάλων Ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας ποὺ ἀμφισβητήθηκαν ἐπικίνδυνα.

 Μοναχισμὸς

 Ὁ πιστὸς πνευματικὸς αὐτὸς κληρονόμος καὶ κληροδότης συνέβαλε πρωτίστως στὴν ἀναβίωση καὶ ἄνθιση τοῦ Μοναχισμοῦ στὴν πατρίδα μας, καὶ δὴ σὲ καιροὺς κατὰ τοὺς ὁποίους ὁ Μοναχισμὸς διώκετο ὄχι μόνον ἀπὸ τὸ κοσμικὸ κράτος, μὰ κι ἀπὸ τὴν ἴδια τὴν Ἑλλαδικὴ Ἐκκλησία καὶ τὴν κεφαλὴ αὐτῆς. Μὰ πῶς θὰ ἐξελισσόταν ἄραγε ἡ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας, ἂν μέσα στοὺς κόλπους της ἔπαυε νὰ βασιλεύει ἡ ἑκούσια ἀφιέρωση τοῦ ἀνθρώπου στὸν Θεό;

Ὁ διορατικὸς Ἅγιος μὲ τὴ θεωρία του περὶ Μοναχισμοῦ «ὡς τὴν τελειοτέραν ἔκφραση τῆς Ὀρθοδόξου πνευματικότητας καὶ τῆς ἀπόλυτης ἐκδήλωσης τῆς ἀποτάξεως καὶ ἀρνήσεως τοῦ ἐαυτοῦ» τοποθετεῖ τὸν Ἀσκητὴ σὲ θέση καὶ κατάσταση ἀνώτερη κάθε ἀξιώματος. Ὁ ἴδιος ἔλεγε καὶ τεκμηρίωνε γράφοντας σὲ ἐπιστολή του χαρακτηριστικὰ ὅτι «θεωρῶ τὸν Μοναχὸν ἀνώτερο παντὸς ἄρχοντος...» (Τσαντίλης, 1998)Ἡ ἀγάπη τοῦ Ἁγίου γιὰ τὴ Μοναστικὴ Πολιτεία καὶ ἡ ἔμπρακτη ἐκδήλωσή της μὲ τὴν ἵδρυση τῆς Γυναικείας Ἱερᾶς Μονῆς Ἁγίας Τριάδος -μὲ τὴν ὁποία ὁραματίσθηκε τὴν ἀναμόρφωση τοῦ Γυναικείου Μοναχισμοῦ (Ματθαιάκης, 1985 2)- ἀποτέλεσε μία ἐκ τῶν -ἐκ Θεοῦ- παρεμβάσεών του. Ἡ ἐνέργεια τοῦ ταπεινοῦ Ἀσκητῆ λειτούργησε εὐτυχῶς ἀνατρεπτικὰ στὴν τότε διατεταγμένη, σὲ σχέση μὲ τὸν Μοναχισμό, πορεία τῆς Ἐκκλησίας μας. Κι αὐτό, διότι ἡ δράση τοῦ Ἁγίου ἔλαβε χώρα σὲ μιὰ ἐποχὴ ποὺ ὁ Μοναχισμὸς θεωρεῖτο πεπερασμένος καὶ παρωχημένος, σύμφωνα μὲ τὰ λεγόμενα τοῦ Μητροπολίτη τότε Ἀθηνῶν, Μελέτιου Μεταξάκη, δεινοῦ πολέμιου τοῦ φτωχοῦ Ἁγίου φωστήρα. Ὁ ἐν λόγῳ «Ἱεράρχης» τῆς Ἑλλαδικῆς καὶ μετέπειτα Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης, δὲν εὐνοοῦσε καθόλου τὴ νομιμοποίηση ἀπὸ τὴν διοικοῦσα τότε Ἐκκλησία καὶ Πολιτεία τῆς ὑπὸ τὸν Ἅγιο Νεκτάριο συσταθείσης Μονῆς καὶ δυσχέραινε μὲ κάθε τρόπο τὴν πραγματοποίηση τοῦ θεάρεστου ἔργου τοῦ Ἁγίου (Βασιλόπουλος, 2001). 

Ἡ ἔμπρακτη καὶ πρωτοποριακὴ στάση τοῦ Θεοφόρου Πατρὸς τὴ δεδομένη στιγμὴ στὴν ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας, ἡ λειτουργία δηλ. τῆς Μονῆς σύμφωνα μὲ τὴν φιλοκαλικὴ γραμμὴ τῶν Πατέρων, ἐπέδρασε εὐεργετικὰ καὶ λυτρωτικὰ γιὰ τὸν Ὀρθόδοξο Ἑλληνικὸ λαό, ἀποκαθιστώντας στὴν κυριολεξία τὸν θεσμὸ τοῦ Μοναχισμοῦ στὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας καὶ στὴ συνείδηση τῶν πιστῶν τοῦ τόπου μας. «Ἕνας διακαὴς πόθος ἐφλόγιζεν τὴν ψυχὴ τοῦ Ἁγίου, νὰ ἰδεῖ τὸν Μοναχικὸ βίο ἑξαπλούμενον εἰς ὅλο τὸν ταλαιπωρημένον Ἔθνος ἡμῶν, σύμφωνα μὲ τὸ πνεῦμα τῶν Πατέρων μας, διὰ νὰ δύναται ἡ Ἐκκλησία τῆς Πατρίδος, νὰ ἐξευρίσκει στρατιώτας ἀφοσιωμένους εἰς Αὔτην…» (Ματθαιάκης, 1985 3). Σὲ μιὰ ἐποχὴ ποὺ ὁ Μοναχισμὸς εἶχε μεθοδευμένα ἀπαξιωθεῖ ὁ ἐραστὴς τῆς Ἀγγελικῆς Πολιτείας, Νεκτάριος, φρονοῦσε ὅτι «ἀπὸ τὸν Μοναχισμὸ θὰ προέλθει ἡ τόνωση τῆς Πίστεως τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ ἀναγέννηση τῆς Ἐκκλησίας» (Διονυσιάτος Θεόκλ., 1979 1).  Ὡς ἄλλος Μέγας Βασίλειος, Ἅγιος Ἀντώνιος καὶ Ἅγιος Σάββας, ὁραματίζετο τὸν Μοναχισμὸ ὡς ἰδιαίτερο μέσο καλλιέργειας πνευματικότητας καὶ προσεγγίσεώς Του, ὅπως ἀληθῶς καὶ πραγματικῶς εἶναι γιὰ τὴν Ὀρθόδοξή μας Πίστη.  

Συγγραφικὸ ἔργο

Ὁ Ἅγιος Νεκτάριος, ὡς πολυδιάστατη φυσιογνωμία ποὺ ἦταν, κι ἀνταποκρινόμενος καὶ πάλι μὲ τὸ διορατικό του πνεῦμα στὰ προβλήματα ποὺ ἕποντο, προσέφερε στὴν Ἐκκλησία ἕνα πλούσιο συγγραφικὸ ἔργο, ποὺ ἀποτελεῖ σήμερα ἀντικείμενο διδακτορικῶν διατριβῶν, πτυχιακῶν ἐργασιῶν καὶ θεόπνευστων ἔργων σύγχρονων θεολόγων καὶ ἀνθρώπων τοῦ πνεύματος διεθνῶς. Συνέγραψε μὲ τὸ ἀπαράμιλλο ἐκεῖνο διακριτικὸ τῶν Θείων Γραφῶν, σειρὰ ἀπὸ ἄρθρα, ἐπιστολές, μελέτες καὶ συγγράμματα, ἰκανοποιώντας μὲ τὴν πολύτιμη ἐργογραφία του πνευματικὲς ἀνάγκες τοῦ σύγχρονου ἀνθρώπου. 

Ἡ συγγραφικὴ δράση του ἦταν ἀποτέλεσμα τῆς «ἄνωθεν» κι ὄχι μόνον τῆς θύραθεν σοφίας. Ὁ λογιότατος αὐτὸς Ἐκκλησιαστικὸς συγγραφέας, διαθέτων τὴν ἀπαραίτητη διάκριση τόσο πρὶν ὅσο καὶ μετὰ τὴν ὁλοκλήρωση τῶν ἐγκύκλιων καὶ Πανεπιστημιακῶν σπουδῶν του ὡς ὑπότροφος (ἕνα ἐξαιρετικὰ δύσκολο κατόρθωμα γιὰ τὴν ἐποχὴ καὶ τὶς ἀντίξοες συνθῆκες ζωῆς τοῦ Ἁγίου), ἐκδήλωνε ἀκατάπαυστα τὸ ἐνδιαφέρον του γιὰ τὸν πνευματικὸ φωτισμὸ καὶ τὸν ἐκ νέου εὐαγγελισμὸ τῶν συμπατριωτῶν του. Ὁ πολυγραφότατος ἄνδρας ὠφέλησε πνευματικὰ τόσο τὸν Ἑλληνικὸ λαό, ὅσο καὶ τὸν Ἑλληνισμὸ καὶ τὴν ὁμογένεια τῆς Μέσης Ἀνατολῆς (Ἀλεξάνδρεια), ὅπου ἔζησε καὶ δραστηριοποιήθηκε. 

Ὁ λόγος του ἦταν ἐπίκαιρος, μὰ καὶ βιβλικός. Ἄριστος γνώστης τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσας καὶ χρήστης τοῦ συντακτικοῦ καὶ τῆς γραμματικῆς, σπουδαῖος ἐρευνητὴς τῆς ἱστορίας, ἀναλυτῆς καὶ ἑρμηνευτῆς τῶν Θείων Γραφῶν, ἀλλὰ καὶ διεισδυτικός, ἁπλὸς καὶ σαφής, καταπιάστηκε μὲ πνευματικὰ ζητήματα ποὺ κατηγοριοποιήθηκαν σὲ δεκαοκτὼ θεματικὲς (Φούσκας, 2000), καὶ μαχόμενος τὴν ἀθεΐα καὶ τὸ ὑλικὸ φρόνημα τῆς ἐποχῆς του, συνέβαλε στὸν πλουτισμὸ τῶν θεολογικῶν ἔργων. 

Μὲ διάκριση καὶ προσοχὴ ἀξιοποίησε τὸ ἔργο τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων φιλοσόφων, τοῦ Σωκράτη, τοῦ Πλάτωνα καὶ τοῦ Ἀριστοτέλη (τὰ ὀρθὰ συμπεράσματα ποὺ προκύπτουν ἀπὸ τὶς Σχολὲς τῶν προαναφερθέντων), καὶ χρησιμοποίησε στοιχεῖα τῆς Ἀθηναϊκῆς καὶ Σπαρτιατικῆς παιδείας καὶ τοῦ ἐν γένει ἀρχαίου Ἑλληνικοῦ πνεύματος ὡς προπαιδεία γιὰ τὸν Χριστιανισμὸ (Ζήσης, 2000 1). Καὶ πάλι, ὁ ταπεινὸς Ἅγιος τῶν καιρῶν μας λειτούργησε ὡς ἄλλος Μέγας Βασίλειος, ως ἄλλος Ἱερὸς Χρυσόστομος. Ἡ σχέση τοῦ Ἁγίου μὲ τὴν Κλασσικὴ Ἑλληνικὴ Παιδεία, τὸν Ὅμηρο καὶ τὶς μεγάλες ἀξίες -στὸ πλαίσιο τῆς Ἀγωγῆς- τοῦ ἡρωισμοῦ, τῆς εὐγένειας, τῆς δικαιοσύνης καὶ τῆς εὐσέβειας ποὺ προκύπτουν ἀπὸ τοὺς ἀρχαιοελληνικοὺς πνευματικοὺς θησαυροὺς, εἶναι καταφανὴς στὰ ἔργα του (Κρουσταλάκης, 2000). 

Ὡστόσο, ὡς γνήσιος τύπος ἀρχαίου Ἀσκητοῦ καὶ Διδασκάλου ἦταν παράλληλα κι ἡ προσωποποίηση τῆς ἀλήθειας πὼς ἡ Πίστη μας εἶναι βίωμα καὶ οὐδέποτε ὑποτάσσεται στὴ φιλοσοφία ἢ τὴν ἐπιστημονικὴ γνώση

 Ἐκκλησιαστικὴ Παιδεία 

 Ὁ Ἅγιος ὑπῆρξε σοφὸς διδάσκαλος τῶν Ἱερῶν Γραμμάτων (Ζήσης, 2000 2), ἀλλὰ καὶ πρότυπο Ἐκπαιδευτικοῦ στοὺς δυσχερεῖς καιροὺς κατὰ τοὺς ὁποίους οἱ κίνδυνοι ἀλλοιώσεως τῆς Ὀρθοδόξου διδασκαλίας καιροφυλακτοῦσαν. Ἐκτὸς ἀπὸ τὴ διάλυση τῶν Μοναστηριῶν, ἀπὸ ἐνάρξεως τῆς περιόδου τῆς Βαυαροκρατίας στὸ νεοσύστατο Ἑλληνικὸ κράτος, στόχο ἀποτέλεσε καὶ ὁ ἐκπροτεσταντισμὸς τῆς παιδείας τῶν Ἑλληνορθοδόξων Κληρικῶν καὶ Θεολόγων (Γιαννακοπούλου, 1998 1). Πρὸς τὸ σκοπὸ αὐτὸ συντάχθηκε τόσο τὸ κράτος ὅσο καὶ ἡ Ἐκκλησία, ἡ ὁποία σταδιακὰ πλέον εἶχε ἀπωλέσει τὸν ἐθναρχικό της ρόλο στὴ συνείδηση τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. 

Ἡ διαδικασία τῆς ἀλλοιώσεως καὶ τῆς ἀσυνέχειας τῆς Ὀρθοδόξου Παραδόσεως ξεκίνησε ἀπὸ τὴν Παιδεία καὶ κυρίως ἀπὸ ἐνάρξεως λειτουργίας τῶν Πανεπιστημιακῶν Θεολογικῶν Σχολῶν στὴ χώρα μας (Διονυσιάτος Θεόκλ., 1979 2).  Ἡ παρουσία καὶ τὸ ἔργο ἑπομένως τοῦ Θρακὸς Ἁγίου, κόντρα στὶς τάσεις καὶ τὰ ρεύματα τῶν καιρῶν, κατὰ τὸ τελευταῖο στάδιο τῆς δράσης του στὴ Ριζάρειο Σχολή, ἀποδείχθηκε ἐκ τῶν ὑστέρων καθοριστικὴ γιὰ γενιὲς Κληρικῶν καὶ καταξιωμένων ἀνδρῶν, ἀφοῦ τὰ ἀποτελέσματα τῆς μεθοδευμένης ἀλλοιώσεως τοῦ Ἑλληνορθοδόξου πνεύματος εἶχαν πλέον ἐμφανιστεῖ ἀπειλητικά. Ἡ ἐπὶ τῆς οὐσίας ἐν Χριστῷ ζωὴ τοῦ Διευθυντοῦ τῆς Σχολῆς καὶ ἡ ἀκτινοβολία τῆς προσωπικότητας τοῦ Ὀρθοδόξου Γέροντος ἐπηρέασε τὶς νεανικὲς τότε ψυχὲς καὶ συνέβαλε στὴ συνέχιση τοῦ Παραδοσιακοῦ πνεύματος διδασκαλίας καὶ τοῦ γνησίου Ἐκκλησιαστικοῦ φρονήματος, ποὺ θύμιζε τὶς ἀλύτρωτες πατρίδες τῆς Θράκης καὶ τῆς Μικρᾶς Ἀσίας καὶ ἔφερε τὴ θέρμη ἀπὸ τὴ φλόγα τοῦ σκλαβωμένου Ἑλληνισμοῦ (Γιαννακοπούλου, 1998 2).  

Ὁ Ἅγιος παιδαγωγός, ὡς συνεχιστὴς τῆς Πατερικῆς Γραμματείας, ἀξιοποίησε τὴν ἱστορία τῆς παιδείας τοῦ τόπου μας καὶ υἱοθέτησε τὰ διαχρονικὰ παιδευτικὰ πρότυπα τῶν προγόνων μας σὲ ὅλους τοὺς τύπους τῆς διδασκαλίας του (Ζυγουράκη, 2013). Ἦταν αὐτὸς ποὺ ἐπανέφερε τὸ πνεῦμα τῆς Χριστιανικῆς καὶ ἐθνοπρεποῦς παιδείας, μὰ καὶ τὸν πραγματικὸ σκοπὸ τῆς Σχολῆς. Ὁ Ἅγιος ἐνθάρρυνε -μεταξὺ ἄλλων- καὶ τὴν καλλιέργεια τοῦ ἐθνικοῦ φρονήματος στοὺς σπουδαστὲς καὶ μάλιστα μεσούσης τῆς περιόδου τοῦ Μακεδονικοῦ Ἀγῶνα. Εἶχε βαθιὰ πίστη στὴν ἀξία τῶν Ἑλληνικῶν γραμμάτων καὶ τὴ διάσωση τοῦ πολιτισμοῦ καὶ τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσας, στὴν ὁποία συντάχθηκαν κάποια ἀπὸ τὰ βιβλία τῆς Παλαιᾶς καὶ τὸ σύνολο τῆς Καινῆς Διαθήκης, κατὰ Θεῖο θέλημα. Τὸ γεγονὸς αὐτό, σύμφωνα μὲ τὸν Ἅγιο, κι ὅπως προκύπτει ἀπὸ τὴν «Περὶ τῆς Ἑλληνικῆς Φιλοσοφίας ὡς προπαιδείας εἰς τὸν Χριστιανισμὸν» μελέτης του (Ζήσης, 2000 1), καταδεικνύει τὴν εὐθύνη τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους γιὰ τὴν διάδοση τοῦ Χριστιανικοῦ κηρύγματος. Ἡ πεποίθηση τοῦ Ἁγίου γιὰ τὴν ἀποστολὴ τοῦ Ἕλληνος Ἱερέα ἦταν ἰδιαίτερη, ἀλλὰ καὶ γενικῶς τοῦ Ἕλληνος ὡς διδασκάλου, θέση που διακρίνεται καὶ στὴν ὁμιλία του «Περὶ τῆς κλήσεως καὶ ἀποστολῆς τοῦ Ἕλληνος» (Δημητρακόπουλος, 1998 1). Οἱ μαρτυρίες τῶν ἀποφοίτων τῆς Ριζαρείου σχετικὰ μὲ τὶς μεθόδους διδασκαλίας καὶ ἐκπαιδεύσεως τοῦ Ἁγίου καὶ ἀκαταπόνητου ποιμένα ἀποδεικνύουν τὸ ἐπίπεδο ἀριστείας του ὡς παιδαγωγοῦ καὶ διδασκάλου. «Ἦτο ὁ μόνος ἐνδεδειγμένος διὰ τὴν θέσιν αὐτήν, διὰ τῆς ἁγιότητος τοῦ βίου του, τῆς βαθείας μορφώσεώς του, τῆς τὲ θύραθεν καὶ θείας, τῶν πατρικῶν του παραινέσεων. Ἐπεβλήθη εἰς πάντας καὶ ἡ Σχολὴ ἀπέβη πραγματικὸν φυτώριον τῶν μαθητευομένων πρὸς διακονίαν ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ» (Ματθαιάκης, 1985 4). 

Τὸ ἐνδιαφέρον του γιὰ τὴν Ἐκκλησιαστικὴ καὶ ἠθικοθρησκευτικὴ μόρφωση τῶν παίδων δὲν περιορίστηκε μόνον σὲ αὐτὴ τῶν ἀρρένων τῆς Ριζαρείου, μὰ καὶ τῶν νεαρῶν παρθένων καὶ τῶν νεαρῶν μητέρων (Γιαννακοπούλου, 1994), καθὼς καὶ τοῦ ἐν γένει γυναικείου φύλου, γεγονὸς ποὺ ἀποδεικνύεται ἀπὸ τὶς σωζόμενες σήμερα ἐπιστολές του πρὸς τὸν τότε Ὑπουργὸ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν (Ματθαιάκης, 1985 5). 

Ἑορτολόγιο καὶ νεωτερισμοὶ

Ἐκτὸς ἀπὸ τὴν μεθοδευμένη ἀπαξίωση τῆς ὑψίστης μορφῆς ἀφιερώσεως, τοῦ Ἱεροῦ δηλ. Σχήματος, μὰ καὶ πέρα ἀπὸ τὸ θλιβερὸ γεγονὸς τῆς στρατηγικὰ σχεδιασμένης ἀλλοιώσεως τῆς Ὀρθοδοξίας μὲ ὄχημα τὴν Παιδεία τῶν Ἑλληνοπαίδων καὶ δὴ τῶν ἐν δυνάμει Κληρικῶν, μιὰ ἀκόμη σοβαρὴ ἀπειλή, γιὰ τὴν ὁποία ὁ διορατικὸς Ἅγιος προειδοποίησε τὸν λαό μας, ἦταν ὁ νεωτερισμὸς ποὺ ἐπεβλήθη ἐντελῶς αὐταρχικὰ στὴ χώρα καὶ στὴν Ἐκκλησία μας λίγα χρόνια μετὰ τὴν κοίμησή του. Τὸ μέγα πρόβλημα τῆς ἀσυνέχειας τῆς Ὀρθοδόξου Παραδόσεως ἔγινε πλέον ἐμφανὲς καὶ δυστυχῶς γιὰ τὴν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας μας καταδικαστικό, μέσα ἀπὸ τὴν πραξικοπηματικὴ ἀντικατάσταση τοῦ Ὀρθόδοξου Ἰουλιανοῦ ἑορτολογίου μὲ τὸ παπικὸ Γρηγοριανὸ τὸ 1924. 

Ἡ ἱκανότητα τοῦ Ἁγίου νὰ προβλέπει τὴν ἔκβαση τῶν πραγμάτων, σὲ συνδυασμὸ μὲ τὸν ἀγώνα του γιὰ τὴν διατήρηση τοῦ Πατρῴου Δόγματος τῆς «καθ’ ἡμᾶς Ἀνατολῆς», τὸν ὑποχρέωνε νὰ ἐπισημαίνει τὸν ἐπερχόμενο κίνδυνο, νὰ συμβουλεύει καὶ νὰ κηρύττει. Ἀρκετὲς εἶναι οἱ μαρτυρίες πνευματικῶν του παιδιῶν ποὺ μὲ θάρρος ἀντιστάθηκαν στὸν ἀπεχθῆ νεωτερισμό, ἐμμένοντας μὲ πίστη στὰ ὅσα οἱ Ἅγιοι Πατέρες μὲ συνέπεια καὶ αὐστηρότητα εἶχαν ὁρίσει. «Κι ἂν ἀλλάξουν ὅλοι, νὰ παραμείνετε στὴν παράδοση, τὰ σπίτια σας νὰ γίνουν Ἐκκλησίες…», ἔλεγε ὁ Ἅγιος πατήρ, ὅπως προκύπτει ἀπὸ τὶς μαρτυρίες τῶν Θηβαίων Κίμωνα Στεφανιώτη καὶ Λουκᾶ Καλατζῆ, δυὸ πνευματοπαίδων τοῦ Ἁγίου ἀνδρός, ποὺ τὸν ἐπισκέφθηκαν στὴν Αἴγινα τὸ 1918. Ἡ ἐρώτηση τῶν δύο ἦταν κατὰ πόσο εἶναι ἐφικτὴ καὶ ἐπιτρεπτὴ ἡ ἀλλαγὴ τοῦ ἡμερολογίου. «Παιδιά μου, δὲν πρέπει νὰ γίνει ἡ ἀλλαγὴ τοῦ ἡμερολογίου, διότι βάσει αὐτοῦ ἔχουν θεσπιστεῖ ὅλες οἱ ἑορτὲς τῆς Ἐκκλησίας μας καὶ ἰδιαιτέρως τὸ αἰώνιο Πασχάλιο. Ἐσεῖς νὰ παραμείνετε ὡς ἔχετε, δὲν θὰ ἀκολουθήσετε τοὺς μεταρρυθμιστές, διότι τὸ Γρηγοριανὸ ἡμερολόγιο ἔχει καταδικαστεῖ ἀπὸ τρεῖς Πανορθοδόξους Συνόδους, ἐπὶ πατριαρχίας Ἱερεμίου τοῦ Τρανοῦ (1592-1593) καὶ Ἀνθίμου (1848). Εἶναι ἀδύνατον Ὀρθόδοξοι Χριστιανοὶ νὰ δεχθοῦν τὴν ἀλλαγή. Ἐγὼ δὲ δέχομαι οὔτε ἀκολουθῶ κανέναν, ἔστω κι ἂν μείνω μόνος μου […]. Παιδιά μου, θὰ οἰκονομήσει ὁ Κύριός μας καὶ θὰ σᾶς στείλει Ἱερεῖς […]. Τὰ σπίτια σας νὰ γίνουν Ἐκκλησίες […]. Ἐγὼ παιδιά μου ἀπεύχομαι νὰ γίνει ἡ ἀλλαγή, ἀλλὰ ἐὰν γίνει, τότε πρέπει νὰ ἀντισταθεῖτε. Νὰ εἶστε σίγουροι πὼς ὁ Χριστός μας θὰ εἶναι μαζί σας, ὅταν συνειδητὰ ὑπερασπισθεῖτε τὰ Ἱερὰ καὶ τὰ Ὅσια της Ἐκκλησίας μας…». Αὐτὴ ἦταν ἡ ἀπάντηση τοῦ σοφοῦ Γέροντος. Οἱ δύο ἄνδρες, ἀκολουθώντας τὴ συμβουλὴ τοῦ Ἁγίου, πρωτοστάτησαν ἐνάντια στὴν ἀλλαγὴ τοῦ ἡμερολογίου καὶ συνέβαλαν, ὥστε σήμερα νὰ διατηρεῖται μὲ θέρμη τὸ Πάτριο ἑορτολόγιο στὴν πόλη τῶν Θηβαίων. Ἀκολουθώντας τὶς νουθεσίες τοῦ Πνευματικοῦ, ὁ Λουκᾶς Καλαντζὴς καὶ στὴν πορεία Μοναχὸς π. Λεόντιος ἔκανε ὄντως τὸ σπίτι του Ἐκκλησία. Πρόκειται γιὰ τὸν Ἱστορικὸ σήμερα Ἱερὸ Ναὸ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Κυρίας Θεοτόκου στὸ Πυρὶ Θηβῶν. Τὰ παραπάνω γεγονότα βεβαίωναν αὐτήκοοι πιστοί, συνεχιστὲς τῶν Ἱερῶν παραδόσεων, μεταξύ των ὁποίων ὁ Εὐάγγελος Τούτουζας, ὁ Χρῆστος Λαλιώτης, ὁ Στυλιανὸς Σκούμας, καθὼς καὶ πολλοὶ Θηβαῖοι ἕως σήμερα (Μανιώτης Χρυσόστ., 2000).

Εἶναι πολλὲς οἱ μαρτυρίες πιστῶν σὲ σχέση μὲ τὴ θέση τοῦ Ἁγίου καὶ τὸ νεωτερισμὸ τῆς ἐποχῆς, ποὺ ὑλοποιήθηκε ἐπὶ Πατριαρχίας τοῦ δεδηλωμένου Μασόνος Μελετίου Μεταξάκη. Εἶναι ἐπίσης πολλὲς οἱ μαρτυρίες Μοναζουσῶν τῆς ἐποχῆς τοῦ Ἁγίου σχετικὰ μὲ τὸν πόλεμο καὶ τὶς ἀπειλὲς ποὺ ὁ ἴδιος ὁ Ἅγιος ὑπέστη ἀπὸ τὸν δυτικοτραφῆ Προκαθήμενο τῆς Ἑλλαδικῆς Ἐκκλησίας καὶ μετέπειτα Οἰκουμενικὸ γιὰ τὸ θέμα τοῦ Μοναχισμοῦ καὶ τῆς ἐν γένει διατήρησης τῆς Ὀρθοδόξου Παραδόσεως στὴν πατρίδα μας. 

Ὁ πλούσιος ἀπὸ τὶς δωρεὲς τοῦ Παρακλήτου Ἅγιος αἰσθανόταν τὸν πνευματικὸ λήθαργο στὸν ὁποῖο εἴχαμε ὡς λαὸς περιέλθει. Προέβλεπε τὰ δεινὰ ποὺ ὁ ἐπερχόμενος νεωτερισμὸς τοῦ ἑορτολογίου, ἀλλὰ καὶ ἡ εὐρύτερη «δυτικοπληξία» ποὺ μάστιζε τὴν ἐποχὴ ἐκείνη, θὰ ἔφερνε ἐξελικτικὰ στὴ ζωὴ μας, τὴν Παναίρεση δηλ. τοῦ Οἰκουμενισμοῦ. Προαισθάνονταν τὴν ἀπομάκρυνση ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη Παράδοση καὶ ἐργάστηκε σκληρά, ἂν καὶ «μόνος», κόντρα στὰ «προοδευτικὰ» ρεύματα, ὥστε δικαίως νὰ τοῦ ἀποδίδεται σήμερα ἡ παρομοίωση μὲ τοὺς Ἁγίους Κολλυβάδες Πατέρες τοῦ 18ου αἰῶνος. Εἶναι προφανὴς ἡ ἐπιρροὴ ποὺ δέχθηκε ὁ Ἅγιος κατὰ τὴν παραμονή του στὴ Νέα Μονὴ καὶ τὴ νῆσο Χίο, ὅπου ἔζησαν οἱ Κολλυβάδες κι ὁ Ὅσιος Παχώμιος, ἀντίστοιχα, τὸν ὁποῖο καὶ συμβουλεύονταν προσωπικὰ ἕως τὴν κοίμησή του (Δημητρακόπουλος,  2005 2). 

Τόσο ἡ ἀλλοίωση τῆς Ἑλληνορθόδοξης παιδείας, τοῦ πολιτισμοῦ καὶ συνεπῶς τοῦ βιώματος τῆς Χριστιανικῆς Πίστης, ὅσο καὶ ἡ θεώρηση τῆς ἱερῆς Ἀσκήσεως ὡς παρωχημένης καὶ πεπερασμένης, ἦταν καὶ παραμένουν σὲ ἀπόλυτη σχέση καὶ σύνδεση ὡς ἐνέργειες, διαδοχικὰ καὶ σὲ ἀλληλουχία, συνδεδεμένες μὲ τὸ σκοπὸ τῆς ἀλλοίωσης τοῦ Ὀρθοῦ Δόγματος. 

Ὁτιδήποτε θύμιζε τὰ ἔνδοξα χρόνια τῆς Ρωμιοσύνης καὶ τοὺς ἀγῶνες τῶν Ρωμιῶν Ἁγίων, Αὐτοκρατόρων, Ἐκκλησιαστικῶν ἡγετῶν καὶ τοῦ ἁπλοῦ λαοῦ, ἀλλὰ καὶ τῶν Μαρτύρων τῆς Τουρκοκρατίας, γιὰ τὴ διατήρηση ἀνόθευτης καὶ γνήσιας τῆς Ὀρθοδοξίας, ἔπρεπε κατὰ τὸ 19ο καὶ 20ο αἰώνα νὰ περάσει στὴ λήθη. 

Οἱ ἐνέργειες καὶ δράσεις τοῦ Ἐπισκόπου Πενταπόλεως, κόντρα σὲ αὐτὴ ἀκριβῶς τὴν μεθόδευση, εἶχαν καὶ ἕναν βασικὸ κοινὸ παρονομαστή, τὴν Ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ Ἅγιος Νεκτάριος παρὰ τὸν κατατρεγμό, τὸ διωγμό, τὴ συκοφαντία ποὺ ὑπέστη στὴν Ἀλεξάνδρεια ἀπὸ κύκλο ρασοφόρων καὶ λαϊκῶν ἐντὸς Ἐκκλησίας, φρόντισε μὲ τρόπο ὑποδειγματικό, συνέπεια καὶ πειθαρχία, νὰ ἀποδεικνύει ἐμπράκτως τὸν σεβασμὸ καὶ τὴν ὑπακοὴ τοῦ στὴν Ἱεραρχία καὶ τοὺς θεσμοὺς τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ Ἅγιος δὲν ἔπαψε ποτὲ νὰ ἐκδηλώνει εὐγνωμοσύνη στοὺς εὐεργέτες του, ὅπως ὁ ἴδιος θεωροῦσε τὸν Πατριάρχη Ἀλεξανδρείας Σωφρόνιο, ἀκόμη κι ὅταν αὐτός, ἀδικώντας τὸν, τὸν ἐκδίωξε ἀπὸ τὸ Πατριαρχεῖο. Ὁ ἀνεξίκακος, ταπεινὸς καὶ κατὰ πάντα πιστὸς ἀκόλουθός Του καὶ ἀνανεωτὴς τοῦ στρατοῦ Του, «κουβάλησε» μὲ ὑπομονὴ καὶ αὐταπάρνηση τὸν Σταυρὸ τῆς συκοφαντίας καὶ τῆς ἀδικίας σχεδὸν σὲ ὅλη τὴ διάρκεια τῆς ζωῆς του, προκειμένου νὰ μὴν διαταράξει τὶς ἰσορροπίες στοὺς κόλπους τῆς Ἐκκλησίας, νὰ μὴν ἐνοχλήσει, νὰ μὴν σκανδαλίσει καὶ κυρίως νὰ μὴν διχάσει τὸ ποίμνιο. Ἡ περιφρούρηση τῆς Ἑνότητος τῆς Ἐκκλησίας καὶ ὁ σεβασμὸς στοὺς Ἐκκλησιαστικοὺς θεσμοὺς χαρακτήρισαν τὸ ἐπίγειο πέρασμά του, γεγονός, ποὺ σὲ συνδυασμὸ μὲ τὴ δράση του, μᾶς θυμίζει ὅτι ἀκόμη καὶ στοὺς χαλεποὺς τωρινοὺς καιροὺς ἡ ἁγιότης ὑφίσταται, «οὐκ ἐκλείψει ὅσιος εἰς τὸν αἰώνα», ὅπως ἐξακολουθεῖ νὰ ὑφίσταται ὁ λόγος δημιουργίας καὶ ὑπάρξεως τοῦ ἀνθρώπου. 

Ὅπως ἄλλοι Πατέρες στὸ παρελθόν, ἔτσι κι αὐτός, ἦρθε γιὰ νὰ στιγματίσει μὲ τὴν παρουσία του τὴν ἐποχή μας, νὰ μᾶς ἀφυπνίσει, νὰ μᾶς παρηγορήσει, νὰ μᾶς θυμίσει τὴν ἀλήθεια καὶ τὴν πραγματικότητα τῆς Τριαδικῆς ὀντότητας. Ὁ ἐλεύθερα καὶ ὁλοκληρωτικὰ δοσμένος καὶ ἀφιερωμένος στὸν Θεὸ, διέθετε ὅλα τα χαρακτηριστικὰ τῶν Ἁγίων Πατέρων, τοὺς ὁποίους ἀγάπησε καὶ μιμήθηκε, ὥστε νὰ καταστεῖ σήμερα ἕνας ἐξ αὐτῶν καὶ ἑνωμένος μαζί Του. 

Ἡ ἐγκράτεια, ἡ νηστεία, ἡ ἀγρυπνία, ἡ νοερὰ προσευχή, ἡ ὑπακοή, ἡ ὑπομονή, ἡ ταπείνωση, ἡ ἀγάπη καὶ ἡ πολυδιάστατη προσφορὰ ἀνέδειξαν τὸν σπουδαῖο νηπτικὸ καὶ νικητή, τὸν κατακτητὴ -ὕστερα ἀπὸ ἀγῶνες ὑπεράνθρωπους- τοῦ στόχου, τὸν σύγχρονό μας «βιαστῆ» καὶ ἄξιο Πολίτη τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν, Ἅγιο Νεκτάριο τὸν θαυματουργό, Μητροπολίτη Πενταπόλεως τὸν ἐν Αἰγίνῃἀσκήσαντα. 

Ἂς ἐλπίσουμε στὴν ἀγάπη του γιὰ τὴν Ὀρθοδοξία καὶ τὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ μας κι ἂς ζητήσουμε ταπεινὰ τὴ μεσιτεία τῶν προσευχῶν του εἰς τὸν Τριαδικὸ Θεό.

Πηγὲς:

  • -Βασιλόπουλος, Χ. Δ. (2001), Ὁ Ἅγιος Νεκτάριος, Ἀθῆναι: Ὀρθόδοξος Τύπος
  • -Γιαννακοπούλου, Β. (1994) , Ἡ ἀγωγὴ τῶν παίδων καὶ αἳ μητέρες, Ἐφημέριος, τ. 7, σελ. 133
  • -Γιαννακοπούλου, Β., (1998) Ἡ κρίσις τοῦ μοναχισμοῦ καὶ ὁ Ἅγιος Νεκτάριος, Στὸ: Χαλδαιάκης Α. (ἐπιμ.), Ὁ γυναικεῖος μοναχισμὸς καὶ ὁ Ἅγιος Νεκτάριος, Πρακτικὰ Διορθοδόξου μοναστικοῦ συνεδρίου ἐπὶ τῇ ἑκατονπεντηκονταετηρίδι (1846-1996) ἀπὸ τῆς γεννήσεως τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου (Αἴγινα 9-11 Σεπτεμβρίου 1996), Ἀθῆναι: Ι.Μ. Ὕδρας, Σπετσῶν, Αἰγίνης, Ἑρμιονίδος & Τροιζηνίας  καὶ  Ι.Μ. Ἁγίας Τριάδος Αἰγίνης,  1σελ. 113-129 (114), 2 σελ. 123
  • -Δημητρακόπουλος, Σ. Γ., (2005),  Ὁ  Ἅγιος Νεκτάριος Πενταπόλεως. Ἡ πρώτη ἁγία μορφὴ τῶν καιρῶν μας. Ἱστορικὴ βιογραφία βασισμένη σὲ αὐθεντικὲς πηγές, Ἀθήνα: Παρρησία, 1σελ. 141, 2 σελ. 42
  • -Διονυσιάτος  Θεόκλ., (1979), Ὁ Ἅγιος Νεκτάριος Αἰγίνης ὁ θαυματουργός, Θεσσαλονίκη: Ὀρθόδοξος Κυψέλη, 1σελ. 74, 2 σελ. 26-27 
  • -Ζήσης, Θ. (2000), Ὁ Ἅγιος Νεκτάριος ὡς διδάσκαλος, Θεσσαλονίκη: Βρυέννιος, 1σελ. 185-203, 2 σελ. 70 
  • -Ζυγουράκη, E. X. (2013), Ἡ κλασικὴ παιδεία στὰ παιδαγωγικὰ ἔργα τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου Πενταπόλεως, M.A. Μεταπτυχιακὴ Ἐργασία, Ἀριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Θεολογικὴ Σχολή, Τμῆμα Ποιμαντικῆς & Κοινωνικῆς Θεολογίας, σέλ. 13
  • -Κρουσταλάκης, Γ. (2000), Ἅγιος Νεκτάριος· ὁ παιδαγωγὸς τῆς διακρίσεως, μία σύντομη ἀνάλυση τοῦ παιδαγωγικοῦ του συστήματος, Στὸ: Χαλδαιάκης Α. (ἐπιμ.) Ὁ Ἅγιος Νεκτάριος, ὁ Πνευματικός, ὁ Μοναστικός, ὁ Ἐκκλησιαστικὸς Ἡγέτης, Πρακτικὰ Διορθόδοξου Θεολογικοῦ Ἐπιστημονικοῦ Συνεδρίου ἐπὶ τῇ ἑκατονπεντηκονταετηρίδι (1846-1996) ἀπὸ τῆς γεννήσεως τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου, Αἴγινα 21-23 Ὀκτωβρίου 1996, Ἀθῆναι: Ι.Μ. Ὕδρας, Σπετσῶν, Αἰγίνης, Ἑρμιονίδος & Τροιζηνίας  καὶ  Ι.Μ. Ἁγίας Τριάδος Αἰγίνης, σελ. 150-167
  • -Μανιώτης Χρυσ., (2000), Ἅγιος Νεκτάριος καὶ Ὀρθόδοξη Παράδοση, Ἡ Φωνὴ τῆς Ὀρθοδοξίας, τ. 902, σελ. 10-12
  • -Ματθαιάκης, Τ. (1955), Ὁ ὅσιος Νεκτάριος Κεφαλᾶς. Μητροπολίτης Πενταπόλεως (1846-1920), Ἀθῆναι, σελ. 30-45
  • -Ματθαιάκης, Τ. (1985),  Ὁ Ἅγιος Νεκτάριος Κεφαλᾶς. Μητροπολίτης Πενταπόλεως (1846-1920). 2η ἔκδ. Ἀθῆναι, 1σελ. 188, 2  σελ. 142, 3 σελ. 268, 4 σελ. 61, σελ. 156
  • -Μεταλληνός, Γ. Α. (2001), Ἁγιότης μαρτυρουμένη, Στὸ: Ἁγιότητα, ἕνα λησμονημένο ὅραμα, Ἀθήνα: Ἀκρίτας, σελ. 45-57
  • -ΜικραγιαναννίτηςΓεράσ., (1976) Ἀκολουθίαι καὶ Βίος τοῦ ἐν Ἁγίοις Πατρὸς ἡμῶν Νεκταρίου Ἐπισκόπου Πενταπόλεως τοῦ θαυματουργοῦ, Ἀθῆναι: Ι. Μ. Ἁγίας Τριάδος 
  • -Τσαντίλης,Ἱ. (1998), Προσλαλιαί, Στὸ: Χαλδαιάκης Α. (ἐπιμ.), Ὁ γυναικεῖος μοναχισμὸς καὶ ὁ Ἅγιος Νεκτάριος, Πρακτικὰ Διορθοδόξου μοναστικοῦ συνεδρίου ἐπὶ τῇ ἑκατονπεντηκονταετηρίδι (1846-1996) ἀπὸ τῆς γεννήσεως τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου (Αἴγινα 9-11 Σεπτεμβρίου 1996), Ἀθῆναι: Ι.Μ. Ὕδρας, Σπετσῶν, Αἰγίνης, Ἑρμιονίδος & Τροιζηνίας  καὶ  Ι.Μ. Ἁγίας Τριάδος Αἰγίνης, σελ. 54
  • -Φούσκας, Κ. Μ. (2000), Ὁ γραπτὸς λόγος τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου (πραγματεῖες-κήρυγμα) στὴ διακονία τῆς Ἐκκλησίας, Στὸ: Χαλδαιάκης Α. (ἐπιμ.) Ὁ Ἅγιος Νεκτάριος, ὁ Πνευματικός, ὁ Μοναστικός, ὁ Ἐκκλησιαστικὸς Ἡγέτης, Πρακτικὰ Διορθόδοξου Θεολογικοῦ Ἐπιστημονικοῦ Συνεδρίου ἐπὶ τῇ ἑκατονπεντηκονταετηρίδι (1846-1996) ἀπὸ τῆς γεννήσεως τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου, Αἴγινα 21-23 Ὀκτωβρίου 1996, Ἀθῆναι: Ι.Μ. Ὕδρας, Σπετσῶν, Αἰγίνης, Ἑρμιονίδος & Τροιζηνίας  καὶ  Ι.Μ. Ἁγίας Τριάδος Αἰγίνης, σελ. 189-201